Translate

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

David Cooper – Η πολιτική του οργασμού

Απόσπασμα από εκτενές κείμενο του γνωστού αντι-ψυχίατρου Νταίηβιντ Κούπερ, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981

Ο οργασμός είναι η «κατάργηση» του μυαλού στο υψηλότερο, ιερό σημείο της σεξουαλικής εμπειρίας. Στον οργασμό δεν υπάρχει πόθος, ένστικτο, πάθος, αγάπη, καθώς κατά την διάρκειά του δεν υπάρχουν δύο άτομα, μήτε καν ένα. Δεν υπάρχει εμπειρία του οργασμού, διότι η στιγμή αυτή είναι η εκκένωση όλης της εμπειρίας.


Υπάρχει μία ολόκληρη μυθολογία σχετικά με τον «σύγχρονο οργασμό» ως το τελικά επιθυμητό σημείο. Αυτό είναι βέβαια κάτι που συμβαίνει κάποιες φορές ή που πολλοί υποκρίνονται από μία λανθασμένη αίσθηση γενναιοδωρίας προς τον ερωτικό σύντροφο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι κάποιος «δίνει τον εαυτό του» (πραγματικότητα), προϋποθέτοντας ότι και ο άλλος θα κάνει το ίδιο. Πιο βασικό από αυτό είναι η ανάγκη να δει ο άλλος το στάδιο της απώλειας του εαυτού και αυτό εκφράζει μία πιο συνολική και αμοιβαία επιβεβαίωση από τον περιβόητο «σύγχρονο οργασμό». 

Η εμπειρία της απώλειας του εαυτού είναι η αναγνώριση της μη ύπαρξης του εαυτού και είναι το κλειδί της από-μυστικοποίησης και του περιορισμού των απογειωμένων δομών του εαυτού που συνδέει την προσωπική με την μακροπολιτική συνείδηση…
…Πριν και μετά την στιγμή του «no mind», υπάρχει σίγουρα η πιο έντονη εμπειρία, ο πιο έντονος πόθος, αλλά αυτό είναι εμπειρία στην περιφέρεια του οργασμού, όχι μέσα σε αυτόν.

Όπως και το άλλο τίποτα που ο κόσμος αποκαλεί «εαυτό», ο οργασμός υπάρχει στην Ιστορία και έχει έναν τόπο, αλλά στερείται ουσίας, καθώς καθορίζεται μόνο από τις διευθύνσεις ορισμένων ενεργειών και εμπειριών. Ο οργασμός είναι η καταλληλότερη αντικειμενοποίηση του εαυτού ως ένα ειδικό τίποτα. Έτσι δεν είναι δυνατόν, ακόμα και με τα καλύτερα διαγράμματα και σχήματα, να μιλήσει κανείς «περίπου» για τον οργασμό με ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του «εαυτού» ως ένα είδος θήκης μέσα στην οποία τοποθετούνται ή μέσα από την οποία παίρνονται αντικείμενα, ή με την βιολογική θεώρηση, στην οποία η ανθρώπινη οντότητα περιορίζεται σε έναν ουσιαστικά οργανισμό, στον οποίο οι «ενστικτώδεις τάσεις» πρέπει να αφεθούν ελεύθερες σ’ έναν οργασμό. Όλα αυτά συνδέονται με την κοινωνική μάζα.

Στην πραγματικότητα, πρέπει να χρησιμοποιούμε την γλώσσα με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα όχι τόσο για να μεταδίδουμε πληροφορίες, αλλά με έναν τρόπο που στον διάλογο οι λέξεις να υπάρχουν για να σχηματίζουν εξαίρετες σιωπές. Αυτή είναι η οργασμική γλώσσα και κατά τον ίδιο τρόπο οι οργασμικές πράξεις καταστρέφουν τον χρόνο του συστήματος, τον «κανονικό» χρόνο, ώστε να μην καταστραφούν από αυτόν.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, η κανονικότητα ορίζεται από εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ορίζεται αποκλειστικά για το δικό τους ταξικό συμφέρον. Οι ορισμοί τους είναι παραδεκτοί μόνο από όσους είναι ζαλισμένοι και συγχυσμένοι από την συστηματική και, περισσότερο ή λιγότερο, πανούργα παραπληροφόρηση και από λαθεμένες κατευθύνσεις που δίνει ο ελεγχόμενος από τους καπιταλιστές Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα ακόμα, παρ’ όλο που δεν περιέχεται στα ενδιαφέροντά τους. 

Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επαναστατήσουν ενάντια στο καπιταλιστικό μοντέλο και στις ανάλογες σχέσεις παραγωγής, όντας πια εθισμένοι στο να δέχονται την κατασταλτική άποψη της κανονικότητας που συμβαδίζει με αυτό το σύστημα.
Μαζί με αυτή την κατασταλτική κανονικότητα έχουμε την κατασταλτική χρήση του χρόνου. Ο καπιταλιστικός χρόνος, ολοκληρωτικά προσαρμοσμένος από το παραγωγικό σύστημα στην παραγωγή κέρδους, βασισμένος στην δυνατότητα παραγωγής κέρδους από την εργασία των ανθρώπων, φυλακίζει την σεξουαλική ζωή και καταστρέφει όλες τις συνθήκες που απαιτούνται για την οργασμική δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη για την επίτευξη του οργασμού είναι η καταστροφή του χρόνου με την έννοια του ρολογιού, για να ανακαλύψουμε ξανά τα εσωτερικά «ρολόγια» των σωμάτων μας.

Ο άνθρωπος που γυρνάει σπίτι την ίδια ώρα κάθε μέρα μετά από 8 ώρες δουλειάς – ρουτίνας και περνάει το βράδυ του με έναν επίσης ρουτινιάρικο τρόπο (κουζίνα, τηλεόραση) μαζί με την οικογένειά του και κοιμάται με την γυναίκα του, στην καλύτερη περίπτωση βράζει από νεύρα για την καταπιεστική καθημερινή ρουτίνα που σκοπεύει στην καταστροφή της προσωπικότητας και της αυτονομίας του. Στην χειρότερη περίπτωση δέχεται παθητικά την καταπίεσή του. 
Και στις δύο περιπτώσεις, όταν «κάνει έρωτα» μία ή δύο φορές την εβδομάδα ή το δεκαπενθήμερο ή τον μήνα για 10 λεπτά περίπου, το κάνει έχοντας ακυρώσει τις συνθήκες χρόνου για τον οργασμό. Ο άνδρας που έχει εσωτερικεύσει την μηχανική ρουτίνα της εργασίας του, την εκφράζει στην συνέχεια μέσα από το σώμα του και έχει πρόωρη εκσπερμάτωση. 

Ο Βίλχελμ Ράϊχ αναγνώρισε βέβαια ότι η εκσπερμάτωση δεν σημαίνει οργασμό αλλά ότι αντίθετα ο οργασμός είναι κάτι περισσότερο από μία μηχανική «κατάλληλη αποβολή των σωματικών εντάσεων». Ως εμπειρία, ο οργασμός είναι μία ανανεωτική κίνηση έξω από το παλιό και πίσω σε ένα καινούργιο μυαλό, με την παρουσία ενός άλλου ατόμου, στο οποίο μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη χωρίς να απαιτούνται ψεύτικες υποσχέσεις για ένα «μέλλον».
Η γυναίκα επίσης με την σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό παρθενική κλειτορίδα, έχει προσαρμοστεί σε τέτοιον βαθμό που δέχεται και αυτή παθητικά όλη αυτήν την ρουτίνα, δίχως και αυτή να επιχειρεί τίποτε παραπάνω. Θα μπορούσε κανείς να αντιστρέψει την «προτεσταντική» εργασιακή ηθική και να πει ότι το «νωρίς στο κρεββάτι και ξύπνημα νωρίς» κάνει τον άνθρωπο «άχρηστο, φτωχό και αργόστροφο». Υγιής, πλούσιος και έξυπνος, είναι μόνο για τον «άλλον» κόσμο.

Όλα αυτά υπηρετούν την λεγόμενη «αποδοτική σεξουαλικότητα» («procreative sexuality»), δηλαδή παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού με την λιγότερη δυνατή ερωτική ευχαρίστηση. Παραγωγή ανδρικού δυναμικού για την αγορά εργασίας και γυναικείου για την διατήρηση του θεσμού της οικογένειας ως κύριο μεσολαβητή ανάμεσα στην κατασταλτική βία και στο άτομο που μέσα από την οικογένεια καλείται να υποταχθεί υπάκουα, να θάψει την αυτονομία του και να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα. 

Οι καταπιεστές, αυτά τα μη παραγωγικά παράσιτα, κρύβονται πίσω από άλλα εξίσου μεσολαβητικά συστήματα καταστολής, όπως λ.χ τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους τυποποιημένους χώρους εργασίας με τους αποξενωμένους εργαζόμενους, τα τεχνολογικοποιημένα πανεπιστήμια, καθώς επίσης και πίσω από πιο εμφανείς πράκτορες της καταστολής, όπως λ.χ. γραφειοκράτες, αστυνομία, ψυχίατρους, ψυχολόγους, «ειδικούς» των ανθρωπίνων σχέσεων, σεξολόγους, εκπαιδευτικούς κ.ά. που αν και οι ίδιοι είναι θύματα της καταστολής, αποτελούν ωστόσο οργανικά και λειτουργικά μέλη της.

Η «αποδοτική σεξουαλικότητα» είναι μία πειθήνια σεξουαλικότητα που αξιωματικά έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «οργασμική σεξουαλικότητα» («orgasmic sexuality»). Η πρώτη συνήθως εννοεί ένα ανδρικό μόριο που αυνανίζεται μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο, του οποίου η κλειτορίδα πρακτικά μένει ανέγγιχτη. Γι’ αυτή την στερημένη μορφή σεξουαλικότητας, η κατάλληλη θέση έχει προ πολλού βρεθεί με τον άνδρα να ξαπλώνει επάνω στην γυναίκα. Ο άνδρας μπορεί έτσι να πετύχει εύκολα τον αυνανισμό του, ενώ η γυναίκα δεν μπορεί να κουνηθεί. 
Αντίθετα, η «οργασμική σεξουαλικότητα» δέχεται ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με δύο σώματα που έχουν μία κάποια σχέση. Η «οργασμική σεξουαλικότητα» είναι μία επαναστατική σεξουαλικότητα. Την στιγμή της έκστασης, το να απομακρύνεται κανείς από το μυαλό του και από το σύστημα του κατασταλτικού χρόνου, είναι μία επαναστατική στιγμή. 

Μία στιγμή που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και είναι ένα κύριο σημείο τόσο της φύσης της αυτονομίας και της ελευθερίας στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και αυτής της ίδιας της επαναστατικής αλληλεγγύης. 
Δεν μου αρέσει η ηθική και οικονομική αλληλεξάρτηση της υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης», η οποία στις λατινικές τουλάχιστον γλώσσες μεταφράζεται ως κάτι παραπλήσιο της πιστότητας ή της θρησκευτικής πίστης.


πηγή:https://asteritiko.wordpress.com/