Translate

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Είναι η Κοκκινοσκουφίτσα πάντα το θύμα;

Η άλλη Κοκκινοσκουφίτσα

Περπατώ, περπατώ  εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ …. Λύκε, λύκε είσαι δω;

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα όμορφο και καλό κοριτσάκι, δηλαδή εγώ… 
Μου άρεσε πολύ το κόκκινο χρώμα και γι΄ αυτό ντυνόμουν με κόκκινα ρούχα, έτρωγα κόκκινα φαγητά και απολάμβανα οτιδήποτε ήταν κόκκινο… σε χρώμα, σε μυρωδιά, σε γεύση…

Είχα μεγάλη λατρεία στη γιαγιά μου γιατί αυτή με μύησε στα μυστικά της ζωής. Με είχε μάθει ότι θέλω να το παίρνω κι όταν η γιαγιά μου αρρώστησε, όπως ήταν φυσικό, πήγα να τη βρω, να της κάνω παρέα. Πήρα ένα καλάθι γεμάτο φρούτα και νόστιμες λιχουδιές, έβαλα την κόκκινη κάπα μου και ξεκίνησα...


Έπρεπε να περάσω μέσα από το δάσος για να πάω στο σπίτι της και στο δάσος, υπήρχε πάντα ένας κακός λύκος… Μπορεί κάθε φορά να ήταν λίγο έως πολύ διαφορετικός εξωτερικά αλλά εσωτερικά ήταν πάντα λύκος.
Είχε την ίδια πονηρή, διεισδυτική ματιά… σε έβλεπε και σε έγδυνε… Από τα χείλη του έτρεχαν πάντα ένα με δυο σταγόνες αίμα. Τις έκρυβε βέβαια επιμελώς, αλλά εγώ ήξερα. Η γιαγιά Βάντα με είχε μάθει όλα τα κόλπα και προπαντός να μην τον φοβάμαι…

Περπατώ, περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ…. Λύκε, λύκε είσαι δω;
Το τραγούδι μου γέμιζε το δάσος και το γάργαρο γέλιο μου ακούγονταν κυματιστό καθώς περπατούσα προς το σπίτι της γιαγιάς κόβοντας αγριολούλουδα. Αν με έβλεπε κάποιος θα έλεγε ότι είμαι ένα χαμογελαστό χαρούμενο πλάσμα γεμάτο αθωότητα και αφέλεια…

Εγώ όμως, ήξερα…

Κάποια στιγμή με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια περίεργη κίνηση… Ήρθε! σκέφτηκα και συνέχισα να μαζεύω λουλούδια χωρίς να δείξω ότι είχα αντιληφθεί την παρουσία του.

Περπατώ,  περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ …. Λύκε, λύκε είσαι δω; ξαναείπα χαμογελαστά…

«Εδώ είμαι», μου απάντησε ο λύκος με την τραχιά φωνή του… «Τι κάνεις στο δάσος;»
Τον κοίταξα με νάζι και αθωότητα και του εξήγησα το λόγο που με έφερνε στο δάσος. Είναι η αγαπημένη μου γιαγιά κατέληξα, δεν μπορώ να την αφήσω μόνη…

Το μάτι του λύκου άστραψε…
«Και είναι σίγουρα μόνη η γιαγιά σου τώρα;» με ρώτησε…
Απάντησα καταφατικά και ένας λυγμός έπνιξε τη φωνή μου…
Δεν έχει κανέναν άλλον, συνέχισα. Εγώ πάω για να της κάνω συντροφιά και να την προσέχω…
Το μάτι το λύκου άστραψε ξανά και γύρισε γρήγορα το κεφάλι του πλάι για να μην δω τα διψασμένα για αίμα χείλη του που τρεμόπαιξαν ανεξέλεγκτα στην σκέψη της ματωμένης σάρκας…

«Τότε να μην σε καθυστερώ», είπε με βαθιά φωνή και κλείνοντας μου το μάτι δήθεν παιχνιδιάρικα άρχισε να απομακρύνεται…

Τον παρατηρούσα που έφευγε και καθώς ξεμάκραινε άφησα να αστράψει και το δικό μου  βλέμμα…
Κατέβασα την κουκούλα από την κόκκινη κάπα μου και άφησα τον αέρα να μου ανακατέψει τα μαλλιά καθώς περπατούσα ανέμελα  τραγουδώντας…

Περπατώ, περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος ΕΙΝΑΙ εδώ…. Λύκε, λύκε είσαι εδώ; 
Διαφορετικά, να μην έρθω λύκε… ψιθύρισα…


Γιαγιά, γιαγιά ήρθα… φώναξα και άνοιξα την πόρτα…

Η γιαγιά μου ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μα έμοιαζε τόσο διαφορετική…

Γιαγιά γιατί τα μάτια σου είναι τόσο μεγάλα τη ρώτησα καθως πλησίαζα το κρεβάτι…
«Για να σε βλέπω καλύτερα» απάντησε με μια βαριά φωνή η “γιαγιά”…

Γιαγιά γιατί τα αυτιά σου είναι τόσο μεγάλα; Ρώτησα καθώς έλυνα την κόκκινη κάπα μου…
«Για να σε ακούω καλύτερα» απάντησε η  “γιαγιά”…

Γιαγιά γιατί το στόμα σου είναι τόσο μεγάλο; Ρώτησα πάλι καθώς πετούσα την κόκκινη κάπα και έμενα γυμνή μπροστά του…
«Για να σε φάω» φώναξε ο λύκος και πετάχτηκε από το κρεβάτι με ορμή για να  κοντοσταθεί  καθώς με είδε να τον αντικρίζω κατάματα, γυμνή κι αγέρωχη…

Περπατώ, περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος, Είναι Εδώ… συνέχισα ναζιάρικα… Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Είσαι εδώ λύκε; Ξαναρώτησα… Και χαμογελώντας με νόημα συνέχισα.

Ξέρεις Λύκε, αυτό συμβαίνει από πάντα…
Οι λύκοι τρώνε εμένα κι ΕΓΩ, ΤΡΩΩ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ…

Αυτά είπα και όρμησα



namaste
despoina palamari