Translate

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Έρωτας ή αγάπη;

Από τον πατέρα Φιλόθεο Φάρο

Ο έρωτας έχει μέσα του την αυθυπέρβασή του. Είναι υπέρβαση του ναρκισσισμού –σ’ ένα ποσοστό, μια απώλεια. Οι φροϋδικοί, πάντως, λένε ότι ερωτευόμαστε αυτόν που μας καθρεφτίζει καλύτερα απ’ όλους τους άλλους. Αυτό λένε οι ψυχίατροι; Εγώ θα σας πω κάτι άλλο: ο έρωτας είναι μια φυσική θέση που γεφυρώνει χάσματα. Η δυσκολία με τον έρωτα ξέρετε ποια πιστεύω ότι είναι;  Φοβόμαστε ότι αν αφεθούμε να ερωτευτούμε, δεν θα ερωτευτούμε τον κατάλληλο άνθρωπο! Δεν θα ερωτευτούμε εκείνον που «πρέπει». Ο έρωτας μας βάζει σε μια τεράστια περιπέτεια, και συνήθως αυτός που ερωτευόμαστε δεν είναι αυτός που «πρέπει».  
Κι όταν τελειώσει ο έρωτας, πάτερ, τι γίνεται; 

Μπορείς να τον δεις σαν τη φλόγα, την οποία έχει ανάγκη η αγάπη. Μια χωρίς ερωτική φλόγα αγάπη, μπορεί να είναι ένα πολύ ψυχρό πράγμα.   Και πως μπορεί κανείς να διατηρήσει αυτήν τη φλόγα; Η φλόγα διατηρείται όταν παίζεις διαρκώς τα πράγματα κορόνα-γράμματα. Όταν δεν θυσιάζεις την ουσία στο βόλεμα. Όσα αφήνεις να περάσουν επειδή δεν έχεις όρεξη να τα αντιμετωπίσεις, ψυχραίνουν τον έρωτα και σβήνουν τη φλόγα. Για να μείνει μια σχέση ζωντανή, χρειάζεται να γίνεται διαρκώς ένας αγώνας και να δίνεται μια καθημερινή μάχη. Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι αν κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει μέσα στην καθημερινότητα μας.

Προχθές μιλούσα με γονείς που τα παιδιά τους είναι 4 και 5 χρόνων. Όπως ξέρετε, τα παιδιά της εποχής μας δεν βιώνουν πια υλική στέρηση-ό,τι θέλουν, το έχουν. «Τι να κάνω», σου λέει  ο άλλος, «να δημιουργήσω τεχνητή στέρηση;». Κι εγώ τους λέω ότι το παιδί που έχει ό,τι θέλει, όποτε το ζητήσει, είναι καταδικασμένο.   Γιατί; Επειδή του δημιουργείται μια αναπηρία, που θα το εμποδίσει να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις μέσα απ’ τις οποίες θα μπορέσει να έχει πληρότητα στη ζωή του. Αυτός που πάντα ζητάει, που περιμένει να του δώσουν, που πιστεύει πως είναι το κέντρο του κόσμου και πως όλοι του οφείλουν κάτι, με ποιόν θα κάνει χωριό; Που; Ποιόν θα βρει εραστή; Ποιόν θα κάνει σύζυγο;
Έτσι, λοιπόν, λέω στους γονείς: «Αν ήξερες πως το παιδί σου έχει ιλαρά ή λευχαιμία, θα έκανες ό,τι μπορούσες για να του σώσεις τη ζωή. Εδώ έχεις μια κρίσιμη αναπηρία, που μπορεί να αποβεί θανάσιμη, και δεν είναι αυτό το κίνητρο για να επιβάλεις στο παιδί σου τεχνητή στέρηση; Θα το αφήσεις λέγοντας πως έτσι είναι οι καιροί μας; Πρέπει ακόμα να ζητήσεις στο παιδί να  μάθει να δίνει, και όχι να τα περιμένει όλα έτοιμα λες και κάποιος του τα οφείλει. Αλλιώς, αυτό το παιδί είναι καταδικασμένο.

Για ανθρώπους στην ηλικία σας, ας μη μιλήσουμε για τη δική μου, το παιχνίδι είναι σχεδόν χαμένο. Βέβαια, μια αμυδρή ελπίδα υπάρχει πάντα.   Πως μπορούμε να τη βρούμε αυτήν την ελπίδα και να μείνουμε στο παιχνίδι; Ένας τρόπος είναι η ψυχοθεραπεία-την οποία καταλαβαίνω ως διδασκαλία ζωής-και όπου όταν πας στραβά, ο θεραπευτής σε παίρνει από το χέρι και σου δείχνει το δρόμο. Το ίδιο γίνεται και με τη θρησκεία: σε παίρνει από το χέρι ο δάσκαλος, που ξέρει έναν τρόπο ζωής που ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση και ο οποίος δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να έχει πληρότητα ζωής. Η διαδικασία αυτή δεν είναι διαφορετική απ’ την ψυχοθεραπευτική, μόνο που τέτοιοι δάσκαλοι είναι σπάνιοι στον κόσμο της θρησκείας, κι έτσι ανέλαβε η ψυχοθεραπεία-που είναι κοσμική διαδικασία και όχι πνευματική- να καλύψει αυτήν την ανάγκη.