Translate

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Όταν μεθύσεις με το Θεό, δεν θα ξαναδιψάσεις ποτέ.

Αυτός ο κόσμος και το κρασί του, μπορούν να σου δώσουν στιγμιαία ανακούφιση μόνο, μπορούν να σου δώσουν μόνο στιγμιαία διαλείμματα λησμονιάς. Εκείνος που έχει μεθύσει μ’ αυτόν τον κόσμο και τα κρασιά του, υπνωτίζεται, κοιμάται, κινείται μέσα σε βαθύ ύπνο, ζει μέσα σε ύπνο. Όλη του η ζωή είναι ένα μακρύ όνειρο. Και, αντίθετα, εκείνος που έχει μεθύσει με το κρασί τού Θεού, γίνεται άγρυπνος, ξύπνιος, τέλεια συνει­δητός.
Και ο Ιησούς λέει:Τους βρήκα όλους μεθυσμένους. Δεν βρήκα κανένα να διψάει. Και η ψυχή μου γέμισε θλίψη για τους γιους τού ανθρώπου, διότι η καρδιά τους είναι τυφλή και δεν βλέπουν ότι άδειοι ήρθαν στον κόσμο και άδειοι πρόκειται να φύγουν από τον κόσμο πάλι....

Και η ψυχή μου γέμισε θλίψη... Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο υπο­φέρει ένας Ιησούς, ένας Βούδας, όταν σε κοιτάζει μεθυσμένο μ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς καμιά δίψα για το θεϊκό, για την αλήθεια, να ζεις με ψέματα και να πιστεύεις στα ψέματα σαν να ήταν αλήθειες, όταν χάνεις για το τίποτα, όταν τα χάνεις όλα για το τίποτα. Τότε, και το μικρότερο πράγμα γίνεται εμπόδιο.


Σου ξεφεύγει το θεϊκό, για λόγους που δεν είναι καθόλου σπουδαίοι. Αρκεί ένας στενός γιακάς και τα μάτια σου δεν μπορούν να δουν, πετιούνται έξω. Και τ’ αυτιά σου δεν μπορούν ν’ ακούσουν, κουδουνίζουν. Η αι­τία της ανθρώπινης αρρώστιας είναι απλή, επειδή ο άνθρωπος έχει συνηθί­σει σε μικρά πράγματα. Τα πράγματα αυτού τού κόσμου είναι πολύ μικρά. Ακόμα κι αν απο­κτήσεις ένα βασίλειο, τι σημαίνει αυτό; Ένα πολύ μικρό πράγμα. 
Πού είναι τα βασίλεια που υπήρξαν στην ιστορία; Πού είναι η Βαβυλώνα; Πού είναι η Ασσυρία; Πού είναι το βασίλειο των Φαραώ; Όλα εξαφανίστηκαν, μόνο ερείπια έμειναν. Και τα βασίλεια ήταν πολύ μεγάλα. Τι κατάφεραν όμως μ’ αυτά; Τι κατάφερε ο Τζέγκις Χαν; Τι κατάφερε ο Μέγας Αλέξανδρος; Όλα τα βασίλεια είναι ευτελή πράγματα.

Και δεν έχεις επίγνωση του τι χάνεις. Χάνεις το βασίλειο του Θεού. Ακό­μα κι αν πετύχεις, τι θα κερδίσεις, πού θα φτάσεις; Δες τους πετυχημέ­νους ανθρώπους. Πού έχουν φτάσει; Κι εκείνοι αναζητούν την πνευμα­τική ηρεμία, μάλιστα, περισσότερο από σένα. Κι εκείνοι φοβούνται το θάνατο, τρέμουν, όπως ακριβώς κι εσύ. Αν παρατηρήσεις αυτούς τους πετυχημένους ανθρώπους από κοντά, θα βρεις ότι κι αυτοί οι ‘θεοί’ έχουν πήλινα πόδια. Ο θάνατος θα έρθει και γι’ αυτούς και μαζί του εξαφανίζεται όλη η επιτυχία, όλη η φήμη εξαφανίζεται. Το όλο πράγμα φαίνεται να είναι εφιαλτικό: Τόση προσπάθεια, τόση δυστυχία, τόσες δυσκολίες και στο τέλος δεν κερδίζει κανείς τίποτα. Στο τέλος, έρχεται ο θάνατος και όλα εξαφανίζονται σαν σαπουνόφουσκα. Και εξαιτίας αυτής τής σαπουνόφουσκας, χάνεται κι αυτό που είναι αιώνιο.

Και ο Ιησούς λέει: Και η ψυχή μου γέμισε θλίψη για τους γιους τού ανθρώπου, γιατί η καρδιά τους είναι τυφλή και δεν βλέπουν ότι άδειοι ήρθαν στον κόσμο και άδειοι πρόκειται να φύγουν από τον κόσμο πάλι...
Άδειος έχεις έρθει, μα όχι ακριβώς άδειος. Στην πραγματικότητα, είσαι γεμάτος επιθυμίες. Οι επιθυμίες, όμως, είναι όνειρα. Εσύ παραμένεις άδειος. Οι επιθυμίες δεν έχουν καμιά σημασία. Εσύ γεννιέσαι άδειος. Ύστερα, βγαίνεις στον κόσμο κι αρχίζεις να μαζεύεις διάφορα πράγματα, πιστεύοντας ότι αυτά τα πράγματα θα σου δώσουν ικανοποίηση και παραμένεις άδειος. Ο θάνατος παίρνει τα πάντα κι εσύ πηγαίνεις στο τάφο, πάλι άδειος.

Μέχρι ποιο σημείο φτάνει αυτή η ζωή; Ποιο είναι το νόημα, το συμπέρασμα; Τι κατάφερες μαζί της; Αυτή είναι η θλίψη ενός Ιησού ή ενός Βούδα, όταν βλέπουν πως οι άνθρωποι είναι τυφλοί. Και, γιατί είναι τυ­φλοί; Δεν τους λείπει η εξυπνάδα, στην πραγματικότητα είναι πολύ έξυπνοι, περισσότερο απ’ όσο χρειάζονται, περισσότερο απ’ όσο μπορούν να χρησιμοποιήσουν, περισσότερο απ’ όσο είναι καλό γι’ αυτούς. Είναι πολύ έξυπνοι, πονηροί. Νομίζουν ότι είναι σοφοί. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να δουν, βλέπουν, αλλά μόνο τα πράγματα αυτού τού κόσμου. Η καρδιά τους είναι τυφλή, η καρδιά τους δεν μπορεί να δει.
Εσύ μπορείς να δεις με την καρδιά σου; Έχεις δει ποτέ με την καρδιά σου; Πολλές φορές μπορεί να έχεις σκεφτεί, “ο ήλιος ανατέλλει και το πρω­ινό είναι όμορφο” και να νομίζεις πως βγαίνει από την καρδιά σου. Όχι! Γιατί ο νους σου ακόμα φλυαρεί: “Ο ήλιος είναι όμορφος, το πρωινό είναι όμορφο.” Και μπορεί απλώς να επαναλαμβάνεις ιδέες άλλων. 
Έχεις νιώσει αληθινά ότι το πρωινό είναι όμορφο; Αυτό το πρωινό, το φαινόμενο που συμβαίνει εδώ; Ή μήπως απλώς επαναλαμβάνεις λέξεις; Κού­φια λόγια, νεκρά, που δεν έρχονται από την καρδιά σου. Από την καρδιά δεν έρχεται ποτέ καμιά λέξη. Έρχεται συναίσθημα, ποτέ λέξεις. Τα λόγια έρχονται από το κεφάλι, τα συναισθήματα από την καρδιά. Εκεί είμαστε τυφλοί. Γιατί είμαστε τυφλοί εκεί; Επειδή η καρδιά οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια.
Έτσι, σε κανέναν δεν επιτρέπεται να ζει με την καρδιά. Οι γονείς σου φρόντισαν ώστε να ζεις με το κεφάλι, όχι με την καρδιά, γιατί η καρδιά, στον κόσμο αυτό, μπορεί να σε οδηγήσει στην αποτυχία. Και είναι αλήθεια. Αν όμως δεν αποτύχεις σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν θα διψάσεις για τον άλλο! Το κεφάλι σε οδηγεί στην επιτυχία αυτού τού κόσμου. Είναι πονηρό, υπολογιστικό, χειραγωγεί, σε οδηγεί στην επιτυχία. Γι’ αυτό, κάθε σχολείο, κάθε κολέγιο, κάθε πανεπιστήμιο, σε μαθαίνει πώς να γίνεις περισσότερο ‘κεφάλας,’ πώς να είσαι περισσότερο εγκεφαλικός. Και οι εγκεφαλικοί παίρνουν τα χρυσά μετάλλια. Είναι επιτυχημένοι και κρατάνε τα κλειδιά αυτού τού κόσμου.

Ο άνθρωπος της καρδιάς, όμως, θα είναι μια αποτυχία, επειδή δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί. Αγαπά τόσο, που δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί. Αγαπά τόσο, που δεν μπορεί να είναι τσιγκούνης και να συσσωρεύει πράγματα. Αγαπά τόσο, που μοιράζεται ό,τι έχει με τους άλλους, ό,τι έχει το δίνει, αντί ν’ αρπάζει τα πράγματα των άλλων. Θα είναι μια αποτυχία. Και θα είναι τόσο αληθινός, που δεν μπορεί να σε ξεγελάσει. Θα είναι ειλικρινής, τίμιος και αυθεντικός. Τότε, όμως, είναι ένας ξένος σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου μόνο οι πονηροί μπορούν να πετύχουν. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε γονιός φροντίζει, προτού το παιδί του βγει στον κόσμο, να είναι η καρδιά του τυφλή, εντελώς κλειστή.
Δεν ξέρεις πώς ν’ αγαπήσεις, δεν ξέρεις πώς να προσευχηθείς. Ή μή­πως ξέρεις; Μπορείς να προσευχηθείς; Είναι δυνατόν να προσευχηθείς; Πήγαινε σε μια εκκλησία, την Κυριακή: Οι άνθρωποι προσεύχονται, αλλά όλα είναι ψεύτικα. Ακόμα και η προσευχή βγαίνει από το κεφάλι τους. Την έχουν μάθει, δεν βγαίνει από την καρδιά τους. Η καρδιά τους είναι άδεια, νεκρή, δεν αισθάνονται τίποτα. Οι άνθρωποι νομίζουν πως αγαπούν, πα­ντρεύονται, αποκτούν παιδιά, μα όχι από αγάπη. Τα πάντα έχουν υπολο­γιστεί. Τα πάντα έχουν γίνει πράξεις αριθμητικής.

Φοβάσαι την αγάπη, γιατί κανείς δεν ξέρει πού θα σε οδηγήσει. Κα­νείς δεν γνωρίζει τους δρόμους τής καρδιάς, είναι μυστηριώδεις. Με το κεφάλι, βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο, στη λεωφόρο. Με την καρδιά, μπαί­νεις σε μια ζούγκλα. Δεν υπάρχουν δρόμοι ούτε σήματα. Πρέπει να βρεις το δρόμο μόνος σου.
Με την καρδιά, είσαι μοναχικός, είσαι άτομο. Με το κεφάλι, είσαι μέ­ρος τής κοινωνίας. Το κεφάλι έχει εκπαιδευτεί από την κοινωνία, είναι, λοιπόν, μέρος της. Με την καρδιά, γίνεσαι ένα μοναχικό άτομο, είσαι πε­ριθωριακός. Έτσι, κάθε κοινωνία φροντίζει να σκοτώσει την καρδιά. 

Και ο Ιησούς λέει: ...γιατί η καρδιά τους είναι τυφλή και δεν βλέπουν ότι άδειοι ήρθαν στον κόσμο και άδειοι πρόκειται να φύγουν πάλι….
Μόνο η καρδιά μπορεί να δει πόσο άδειος είσαι! Τι έχεις κερδίσει; Σε ποια ωριμότητα και σε ποια ανάπτυξη έχεις φτάσει; Τι έκσταση έχεις νιώσει; Έφτασες σε καμιά αγιοσύνη; Ολόκληρο το παρελθόν σου υπήρξε ένα σάπιο πράγμα. Και στο μέλλον, τι άλλο μπορείς να κάνεις, από το να επαναλάβεις το παρελθόν; Αυτή είναι η θλίψη ενός Ιησού, ενός Βούδα. Θρηνεί για σένα.





Osho
Ο Σπόρος του Σιναπιού