Translate

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Η π ό ρ ν η π ο υ ά γ ι α σ ε

                    του Γιώργου Χρηστέα

  … Η αγία και η πόρνη είναι αδελφές κι  όταν ανθίσει η μήτρα στάζει θεά, αλήθεια λέω!
  …Έτσι φώναζε ο αγριάνθρωπος σ’ όποιον έβλεπε μπροστά του·κιλότα ματωμένη στο λαιμό, γονάτιζε και φίλαγε τα χώματα και φώναζε-πουτάνα μου, θεά μου, προσκυνώ!
Καμάλα·έτσι έλεγαν την πόρνη που τον τρέλλανε. Κόκκαλο, μαυροτσούκαλο-αλλά μάτι τσακίρικο, ξυράφι το μυαλό, σώμα-λαμπάδα. Έσταζε μέλι η μήτρα της, άναβε μ' ένα χάδι. Ιέρεια, θεά των οργασμών.
Γέρους ανάσταινε, μυούσε νεαρούς στο δέος του έρωτα-γίνονταν τίγρη, αράχνη, σκύλα-η πάλι, ιέρεια, ιερόδουλη, γέφυρα αθανασίας. Φρύνη, Ασπασία και Μεσσαλίνα·ότι ζητούσες-και ποτέ δεν την ξεχνούσες.
Τα είχε όλα, τα ’δινε όλα·γαλήνη όμως δεν έβρισκε·πετάγονταν τις νύχτες.

…Τρύπωνε στ’ όνειρό της ο παλιόγερος·βρωμούσε·τα’ χε πιει·την γαργάλαγε, την χάιδευε·τραβιόταν η μικρή, αυτός συνέχιζε-τότε έβγαινε απ' το σώμα της, πλανιόταν στο ταβάνι·αυτός συνέχιζε·τέλειωνε, της ψιθύριζε.
-Αν μιλήσεις, θα πεθάνεις.
Και δεν μίλησε·μα όταν πέθανε ο παλιόγερος, η Καμάλα γελούσε. Η μάνα της την έδειρε. Της είπε τι της έκανε ο πατέρας της τα βράδυα.
Την ξανάδειρε.

Και πριν κλείσει τα δεκάξι, η μάνα της την πούλησε σ’ έναν γέρο πρίγκιπα. Η μικρή, όταν πήγε να την αγκαλιάσει, έσμιξε φρύδια και τον έφτυσε κατάμουτρα.
Ο γέρος γελούσε-και της έταζε,. Την γέμιζε φλουριά, ώσπου ξεπουλήθηκε. Την πήρε στο παλάτι·μα η Καμάλα τον σιχαίνονταν·την πλήρωνε χρυσάφι·μα δεν χόρταινε.
-Χτίσε μου ένα παλάτι! απαίτησε, χτυπώντας την γροθιά της.


…Στην κοιλάδα του έρωτα της έχτισε παλάτι·τρούλοι χρυσοί·αγάλματα στους κήπους, συντριβάνια και μαρμάρινοι φαλλοί-λέγαν πως πάνω τους καθόταν με τις φίλες της τις νύχτες και φιλιόντουσαν.
Η Καμάλα τα'κανε όλα·δοκίμαζε τα όριά της.


Στην πόλη κουτσομπόλευαν·
έφτασε στ’ αυτιά του γέρου.
-Λένε πως ζεις άσωτα, της είπε·μαζέψου.
-Σπουδάζω την αγάπη, είπε η Καμάλα
-Κάνεις όργια!
-Έτσι θα μάθω
-Θα σε διώξω!
-Διώξε με·σκότωσέ με·δεν αλλάζω
Κανένας δεν μπορούσε να υποτάξει την Καμάλα

Ένα βράδυ, ο γέρος πήγε στην Καμάλα. Την βρήκε να καλπάζει στο κρεβάτι με δυο φίλες της και δίπλα οι υπηρέτες.
Έπιασε την καρδιά του ο γέρος, βόγκηξε, έμεινε στον τόπο.
Η Καμάλα μαυροφόρεσε κι έκανε πως πενθεί.
Όμως ο γέρος δεν άφησε-η μικρή τα' χε ξοδέψει.
Πως να πληρώσει λούσα, γλέντια; ήθελε δώρα·αν το δώρο ήταν μικρό, χάριζε χάδια·αν άξιζε, δινόταν για νυχτιά·που δεν την ξέχναγες·πούλαγαν σπίτια για μια νύχτα, που τους έκανε αυτοκράτορες·τη νύχτα της Καμάλα.
 
... Συχνά η Καμάλα, που δεν πρόσεχε, έμενε έγκυος·πριν γεννήσει, σταματούσε·γεννούσε και κρατούσε το παιδί κάποια φεγγάρια·το’δινε σε φτωχούς να τ’αναθρέψουν, που τους προίκιζε·για να θυμάται, πάντα χάραζε στο μπούτι τους το Κ.
 
---

Πέρασαν χρόνια·η Καμάλα είχε ασπρίσει. Σπάνια δέχονταν πελάτες·μια μέρα όμως, η βάγια της.
-Κυρά μου, ήρθε ένας νέος·σε είδε, λέει, στην αγορά κι έφαγε κεραυνό μαζί σου.
-Όμορφος;
-Άγγελλος! αλλά ντρέπεται·θα’ ρθει λοιπόν μεσάνυχτα κι εσυ, παρακαλεί, να’χεις τα μάτια σφαλισμένα, με τούτο το μαντίλι που σου στέλνει.
Μαντίλι μπλέ, μεταξωτό, όλο μ’ αστέρια κεντημένο·μοσχοβόλαγε.
-Ας έρθει, είπε η Καμάλα·για μια νύχτα.

…Κοιμόταν όταν γλύστρησε στην κάμαρά της άντρας·τινάχτηκε·ρουθούνισε·αντρίλα·μα δεν έβλεπε ·φαντάζονταν και κόρρωνε·ένιωθε την ανάσα, το λαχάνιασμα, άγγιζε το κορμί, σφιχτό, μυώδες, στα τυφλά.
Της έβγαλε το νυχτικό κι άρχισε να την προσκυνά με σπαραγμό, με δέος·την προσκυνούσε σαν εικόνισμα όλη νύχτα κι η γριά πόρνη είχε πια λιώσει.
Δεν την είχαν τιμήσει έτσι ποτέ·ξύπνησε κάτι μέσα της·ξαστέρωσε η θεά, γέλασε η μήτρα της· σαν κύμα έμπαινε μέσα της, σαν θάλασσα, με σπαραγμό, με λύσσα·ανάσα δεν την άφηνε να πάρει, κύματα οργασμών την κάναν λυώμα.
Πρώτη φορά είχε στη ζωή της οργασμό·ως τώρα, ήταν παράσταση·κάθε που πήγαινε να φτάσει, η εικόνα του πατέρα που της θέριζε ότι αθώο την σταματούσε.
Τώρα το ευχαριστιόταν.
Και πριν λαλήσει ο κόκορας, έφυγε σαν κλέφτης.
--

Τ’ άλλο βράδυ ξαναπήγε·
πάλι την πήρε σαν τυφώνας, σαν αγριάλογο·μα κι η Καμάλα θυμήθηκε τα νιάτα της, τις τέχνες της·τον έκανε να κλαίει απο ηδονή·είχε ξανανιώσει.
Έτσι συνέχιζαν καιρό·μα η περιέργεια της φούντωνε, σαν φλόγα στα ξερόχορτα.
-Άσε με να σου βγάλω το μαντήλι, παρακάλεσε μια νύχτα.
-Ούτε να το σκεφτείς! θα φύγω σύντομα, να ξέρεις.
Η Καμάλα έκλαψε.
-Αύριο φεύγω, της είπε.
Έπεσε πάνω του·να βρίζει, να ικετεύει
-Λυπήσου με!
-Ανήκω αλλού, είπε ο άντρας
Η Καμάλα έβαλε τα κλάματα·έκλαιγε σαν παιδί. Ο άντρας δάκρυσε·αγκαλιάστηκαν·φιλιόντουσαν και κλαίγανε· ύστερα, ήρθε από πάνω του.
Έσμιξαν πόνος κι ηδονή, πόθος κι οδύνη, σάρκα και ψυχή·έλυωσαν. Όλα εκει·έρωτας, έκσταση και σμίξιμο θεών. Τα ‘δοσαν όλα·ακούμπησαν παράδεισο.

…Ξημέρωνε όταν πια βγήκε απο μέσα της·κοιμήθηκε·η Καμάλα, στα καρφιά·δεν θα τον ξαναδώ...
δεν βάσταξε…
τράβηξε το μαντήλι·κοίταζε όλο λαχτάρα-άγγελλος! σγουρομάλλης, μελανούρι.
Γέλασε·σίμωσε το λυχνάρι·ξανακοίταξε·ο νους της μαυροφόρεσε-της έμοιαζε·φτυστός! ψαχούλεψε το πόδι του·μα δεν είχε σημάδι. Πήρε ανάσα.
Ο άντρας γύρισε· στ’ άλλο πόδι του το Κ. Όλα μαυρίσανε. 
--
Όταν συνήλθε, εκείνος είχε φύγει·η Καμάλα χαμογέλαγε τρελλά, μαδώντας τούφες και το πάτωμα είχε ασπρίσει·άρπαξε το μαχαίρι·το πύρωσε στο τζάκι·το λεπίδι έγλυψε βλέφαρα·σάρκα που καίγεται, ουρλιαχτό, μούγκρισμα ζώου.
Όλοι παγώσανε·ύστερα, έτρεξαν. Ανάσκελα στο πάτωμα·κοιτούσε το ταβάνι·μα δεν έβλεπε.
-Τι έκανες, κυρά μου; έκανε η βάγια της.
-Θα φύγω, είπε η Καμάλα, όταν συνήλθε·έχε γειά.
 
--
Έφυγε και ζητιάνευε σε πόλεις και χωριά·ένας χωρικός την λυπήθηκε·την πήγε στο βουνό, σε μια καλύβα·έστρωσε άχυρα·της έφτιαξε ένα στρώμα·της άφησε ψωμί κι έφυγε.
Στην καλύβα η Καμάλα προσευχόταν νύχτα μέρα και ζητούσε λυτρωμό.
Ένας βοσκός έβοσκε τα πρόβατά του εκεί κοντά·αγριάνθρωπος. Της πήγε λίγο γάλα·της έδοσε στα χέρια το φλασκί και το’ πιε λαίμαργα.
-Θα με πληρώσεις, είπε.
-Δεν έχω, είπε η Καμάλα.
Την άρπαξε, την έριξε στο στρώμα. Της άνοιξε τα πόδια·μπήκε μέσα της σαν ζώο·η Καμάλα παγωμένη·δεν ήταν πια εκει, μόνο το σώμα της.

…Και κάθε μέρα πήγαινε ο άγριος στην Καμάλα και την πήδαγε σαν κτήνος. Δέχονταν δίχως λέξη τις βρισιές ,τις αγριάδες, τα χτυπήματα. Κοιτούσε το ταβάνι και προσεύχονταν.
Ο βοσκός το’ πε στους φίλους του. Άρχισαν κι αυτοί ν’ ανηφορίζουνε.
Όλους τους έπαιρνε η Καμάλα·αν κι ήταν γριά, τυφλή, είχε μια γλύκα, τρυφεράδα, ζεστασιά·δεν φοβόταν τους άντρες· δεν τους πάλευε· τους δεχόταν όπως ήταν·κουτσούς, τρελλούς, αγρότες που έζεχναν, νεαρούς που σπαρταρούσαν-όλους το ίδιο.
Τους μυούσε·τους έδειχνε τον έρωτα που γίνεται με αγάπη·με καρδιά.

Δεν έκανε σεξ·έκανε έρωτα·και μέσα απ' το κορμί, χάριζε αγάπη. Μαζί της δεν βιαζόσουν. Δεν είχες ν’ αποδείξεις·σε κρατούσε όλη νύχτα συχνά μέσα της·σου μάθαινε να ελέγχεις το πουλί σου και να λυώνεις, αλλά δίχως να τελειώνεις·να κρατιέσαι ώρες και μέρες·να σμίγεις την καρδιά με τα όργανά σου.
Κι οι άντρες, που’ χαν διδαχθεί μονάχα πήδημα και ψέμα, εκστασιαζόντουσαν. Αλλάζανε. Σεβόντουσαν.

Γρήγορα έκαναν ουρές έξω απ’ την πόρτα της. Ο βοσκός βρήκε ευκαιρία
-Άκου, θα τους ζητάς λεφτά, είπε στην Καμάλα.
Εκείνη γέλασε
-Τι να τα κάνω;
-Ξέρω εγώ τι να τα κάνω
-Αποκλείεται
Ο βοσκός σήκωσε χέρι. Αλλά το χέρι του παρέλυσε-γύρισε, έφυγε τρεχάλα.

Ξαναπήγε·ξαναζήτησε·αρνήθηκε·την έβρισε·γελούσε·
 
ο βοσκός έβγαλε μαχαίρι.
-Θα πεθάνεις!
Μα η Καμάλα πέταξε έξω το βυζί της και τον πρόσταξε
-Έλα, φίλα το!
Και μόλις φίλησε τη ρώγα, έγινε βρέφος-μισόκλειστα τα μάτια του, του τρέχανε τα σάλια και τα κλάματα στα γένια του και μούγκριζε και φώναζε
-Μανούλα…

Φοβήθηκε ο βοσκός·δεν ξαναπάτησε. Μα πέρασε καιρός και την πεθύμησε.
Και πήγε…μπήκε, την είδε και του κόπηκε η ανάσα·ανάσκελα στο στρώμα της·γυμνή κι εκστασιασμένη.
Άγαλμα ο βοσκός.
Μέσα απ’ τα πόδια της, είδε να βγαίνει φως, ·φως ιλαρό ξεχύνονταν, πλημμύριζε η καλύβα-και τα σπέρματα στους τοίχους τραγουδούσαν κι η λεκάνη με τα βρώμικα νερά μοσχοβολούσε κι ένα σύννεφο πλανιόταν από πάνω της, γεμάτο αίμα και φως.

 Ο βοσκός τσάκισε·στα γόνατα.
-Συγχώρα με! είπε τρέμοντας
Η Καμάλα χαμογέλασε.
-Συγχώρα με! είμαι κτήνος!
-Το κτήνος είναι πόρτα στον Θεό·θα μάθεις
-Μα εσυ… εσυ άγιασες…
-Μπα, γέλασε η Καμάλα·η ίδια είμαι·θα με πάρεις;
Ο βοσκός έπεσε πάνω της, αλλά…
-Δεν μπορώ, είπε αγκομαχώντας·εσυ
…είσαι αγία τώρα
-Η πόρνη κι η αγία είναι αδελφές, είπε η Καμάλα·κι όλοι είμαστε άγιες πόρνες·σκιές και χώμα και παράδεισος κι Ανάσταση·όλα ένα, ζωή και θάνατος.
Τον φίλησε στο μέτωπο και πέθανε,·αυτός γονάτισε·
την έκλαψε·την έθαψε εκεί δίπλα.
Και ροβολούσε στις πλαγιές και σ’ όποιον έβλεπε, του φώναζε.
-Η πόρνη κι η αγία είναι αδελφές!
-Πάει αυτός, είπαν οι χωριάτες.
-Πάντα ήταν ελαφρόμυαλος…
-Ζώο σκέτο.
-Πως τολμάει! είπαν οι άρχοντες·τον κλείσαν φυλακή· τον ανακρίνανε
-Πιστεύεις στο Θεό;
-Η μήτρα όταν ανθίσει στάζει Θεό! είπε ο βοσκός.
Τον κρέμασαν.
…Μα όποιος τύχαινε να μπει μες στο καλύβι, έβλεπε φως·και κατεβαίνοντας, όλοι τους διαλαλούσαν.
-Η πόρνη κι η αγία είναι αδελφές κι εμείς δεν είμαστε ανθρωπάκια! είμαστε άγιοι, θεοί και δαίμονες, τα πάντα…
 
--
…Οι άρχοντες ζορίστηκαν του τόπου κι οι ιερείς·γιατί πολλοί,που ακούγαν την κουβέντα, δεν έψαχναν πια παράδεισους, ουράνιους αφεντάδες. Έβλεπαν πως ζωή είναι μόνο εδώ και τώρα-κι η την ζεις, η πας χαμένος.
Και ξυπνούσαν·δεν έσκυβαν κεφάλι·αγάπαγαν το σώμα τους, λάτρευαν τις γυναίκες τους, έβλεπαν θεό μέσα στα σκέλια τους-κι έσμιγαν σαν θεοί·πια δεν ακούγαν τους τρελλούς που μισούσανε τη σάρκα, τη μήτρα, τη ζωή.

Έστειλαν στην καλύβα ένα ιερέα, να ξορκίσει το κακό·απ’ την αγαμία ήταν σαν κήτος·αλλά μόλις κολύμπησε στο φως, έσκισε ράσα·χόρευε γυμνός μες τη καλύβα, μεθυσμένος. Κατέβηκε μετά στην παπαδιά·την έπαιρνε τρείς μέρες και τρεις νύχτες.
Έστειλαν τότε το Γέρο. Στ’ όνομα του Θεού του είχε κάψει αθώους·είχε τσακίσει οικογένειες κι ορφανά·είχε χύσει τόνους αίμα. Κι αν κατέβαινε ο Θεός του, θα τον σκότωνε ξανά, θα ’ταν εμπόδιο.  
Ο Γέρος πονηρός·είδε το φως·δεν άφησε να μπουν·κάψτε, είπε, την καλύβα απ’τα θεμέλια·να μη μείνει.
Κι έπιασαν και την έκαψαν-και σκόρπισαν τις στάχτες κι ανασκάψανε τον τάφο και πετάξανε τα κόκαλλα στους σκύλους·δεν έμεινε τίποτα. …

Τις νύχτες όμως, που σηκώνεται ο αγέρας πέρα εκεί απ’ την Μπαρμπαριά, καθώς χορεύουνε οι στάχτες και λυσσομανούν οι ανέμοι, κάποιοι ορκίζονται ότι ακούνε μια φωνή μέσα απ’ τα σύννεφα, που όλο διαλαλεί-ότι ο παράδεισος κι η κόλαση, η αμαρτία κι η έκσταση και η ζωή κι ο θάνατος, είναι ένα πράγμα όλα...








ερωτικά παραμύθια 

         του Γιωργου Χρηστέα
                                     
                      εκδόσεις: τάδε έφη