Translate

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Το μαγικό δισκοπότηρο


Μια φορά κι ένα καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι μπορούσαν και καταλάβαιναν τη γλώσσα όλων των ζώων και των πουλιών, υπήρχε ένα πουλί, μια κουρούνα, που όλοι την αγαπούσαν και τη σεβόντουσαν. Αυτή η κουρούνα, η Ομναμάτε, ήταν ιερή γιατί ήταν η φύλακας των μυστικών της ζωής.
Είχε την ικανότητα να ζει στο άχρονο του χρόνου και να βρίσκεται μέσα σε μια στιγμή, μόνο με τη σκέψη, ταυτόχρονα στο παρελθόν, στο παρόν, και το μέλλον.


Όμως όπως περνούσαν τα χρόνια και καθώς κυλούσαν οι αιώνες οι άνθρωποι άλλαξαν. Έχασαν την επαφή τους με το μαγικό κόσμο της αγάπης και έκλεισαν την καρδιά τους. Την Ομναμάτε ούτε την έβλεπαν, ούτε τη άκουγαν τώρα πια. Εκείνη όμως ήταν πάντα δίπλα τους και έψαχνε να βρει ένα τρόπο, να τους κάνει να ανοίξουν πάλι την καρδιά τους στην αλήθεια της ζωής.

Στο μαγικό πάπυρο που είχε υπό τη προστασία της, έβλεπε όποτε τον κοιτούσε, αυτό που χρειαζόταν ο κάθε άνθρωπος για να προχωρήσει στη ζωή του. Τα βράδια, όταν όλοι οι άνθρωποι κοιμόντουσαν στη γη, εκείνη πετούσε και ψιθύριζε στο αυτί του καθενός ξεχωριστά, τον τρόπο που θα έφερνε την μαγεία της αγάπης στη ζωή του.
 
«Είμαστε ότι σκεφτόμαστε», ψιθύριζε η Ομναμάτε. «Με τις σκέψεις μας χτίζουμε τον κόσμο μας.»
Αυτά έλεγε και έτρεχε το όνειρο να ντύσει τα λόγια της με εικόνες. Έτσι όλοι έβλεπαν όνειρα. Άλλοι τα θυμόντουσαν και άλλοι όχι. Όμως και αυτοί που τα θυμόντουσαν δεν τα καταλάβαιναν. Γι’ αυτό το λόγο δεν ήξεραν, με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να μπουν στο μαγικό κόσμο της Ομναμάτε. 

Όμως οι Γηραιοί, οι πνευματικοί αρχηγοί που ζουν κι αυτοί στο άχρονο του κόσμου, που έχουν βαθιά σοφία και έχουν επιλεγεί από τον Δημιουργό μας για να βοηθούν τους ανθρώπους, όταν χρειάζονται αυτοί τη βοήθεια τους, έδωσαν στη φύλακα των μυστικών της ζωής μια ακόμα αποστολή. Της είχαν αναθέσει να βρει τον κατάλληλο άνθρωπο που θα του παρέδιδαν στα χέρια του το μαγικό δισκοπότηρο.

Αυτός έπρεπε να έχει:  
την καρδιά ενός μικρού παιδιού, το μυαλό ενός σοφού γέροντα, την αθωότητα του άσπρου τριαντάφυλλου και την δίψα για ζωή της πεταλούδας. 
Αυτή η αποστολή κι αν ήταν δύσκολη. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο πέρασμα των αιώνων, η ιερή κουρούνα ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο, δεν είχε καταφέρει να βρει έναν τέτοιο άνθρωπο. Και το μαγικό δισκοπότηρο παρέμεινε πάνω στο βάθρο του, περιμένοντας με λαχτάρα τη μέρα που θα χάριζε στους ανθρώπους τα μυστικά του. 

Μια αστρική μέρα, εκεί που η Ομναμάτε απολάμβανε το γαλαξιακό λουτρό της, ανάμεσα σε παιχνιδιάρικους κομήτες, της ήρθε μια ιδέα. Αναρωτήθηκε:
«Γιατί να είμαι υποχρεωμένη να βρω έναν άνθρωπο που να συνδυάζει τα τέσσερα στοιχεία; Γιατί να μην μπορώ να βρω κάποιους ανθρώπους που να έχει ο καθένας δύο ή και περισσότερα στοιχεία και να τους φέρω σε επαφή; Την τελική επιλογή έτσι κι αλλιώς την έχει το δισκοπότηρο. Ας αποφασίσει λοιπόν εκείνο το τι θα κάνει με αυτούς τους ανθρώπους.»
Ήταν μια παρά πολύ καλή ιδέα και όσο περισσότερο τη σκεφτότανε τόσο πιο πολύ της άρεσε. Με καινούρια διάθεση και γεμάτη κέφι η ιερή κουρούνα, ξαμολήθηκε να ψάχνει ως τα πέρατα του κόσμου.
 
Κάποια στιγμή βρέθηκε σε ένα πανηγύρι που γινόταν σε ένα χωριό της γης. Φασαρία, φωνές, χρώματα, μυρωδιές, γέλια και χωρατά σκέπαζαν τον αέρα. Με μουσική και χορό γλεντούσαν και διασκέδαζαν μικροί και μεγάλοι.   Την προσοχή της Ομναμάτε τράβηξε ένα παλικάρι, ο Αχναμούτι, που είχε πολύ φωτεινό χαμόγελο. 
Τα μάτια του ήταν γεμάτα γαλήνη και αγάπη. Με χαρούμενη διάθεση έπαιζε με τα παιδιά του χωριού και με την ίδια διάθεση έκανε παρέα στους ηλικιωμένους. Πρόσεχε και σεβόταν το καθετί γύρω του έχοντας ένα καλό λόγο για τον καθένα και η αγκαλιά του ήταν τόσο ζεστή όσο ο ήλιος το καταμεσήμερο.
 
«Να ένας ιδιαίτερος άνθρωπος!», σκέφτηκε η Ομναμάτε. Τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αυτί.
«Η αγάπη έχει διαλέξει άλλο δρόμο για σένα. Είσαι έτοιμος να με ακολουθήσεις;»
Το περίεργο ήταν ότι εκείνος, όχι μόνο την άκουσε, αλλά την είδε κιόλας.
«Με ποιον τρόπο να σε ακολουθήσω; Εγώ δεν έχω φτερά για να πετάξω μαζί σου», της είπε. Κι εκείνη χαμογελώντας του απάντησε:
«Αν πραγματικά θέλεις να με ακολουθήσεις, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Απλά άγγιξε με και ταξίδεψε στον κόσμο μου».
Έτσι κι έγινε. Ταξίδεψαν και οι δυο μαζί στο χώρο και στο χρόνο, ώσπου βρέθηκαν σε ένα λουλουδιασμένο και μοσχομυριστό λιβάδι, μια πανέμορφη ηλιόλουστη μέρα.


Εκεί ένα ξυπόλητο κορίτσι, η Μίρνα, με ξέμπλεκα μακριά μαλλιά, χόρευε ανέμελα και τραγουδούσε.  Ήταν τόσο χαρούμενο κι ευτυχισμένο που έλαμπε περισσότερο και από τον ήλιο στον ουρανό. 
Έλαμπε τόσο πολύ, που ο ήλιος ζήλεψε την ομορφιά και τη λάμψη της και στεναχωρημένος κρύφτηκε πίσω από ένα μεγάλο, μαύρο και παχύ σύννεφο που πλησίαζε. Τότε το σύννεφο ταράχτηκε και έβγαλε χοντρές σταγόνες βροχής, που κατεβαίνοντας τρομαγμένες προς τη γη έγιναν μια ξαφνική ανησυχητική μπόρα. Η Μίρνα όμως, συνέχισε να χορεύει με ξέφρενους ρυθμούς στο λιβάδι.
 
Όταν το σύννεφο αποσύρθηκε στον ορίζοντα και πέρασε η μπόρα ο Αχναμούτι πλησιάζοντας την, τη ρώτησε:
«Τι είναι αυτό που σε κάνει να χορεύεις με τόση χαρά, εκστασιασμένη, ακόμα και κάτω από μια ξαφνική μπόρα;»
Εκείνη τον κοίταξε και χαμογελώντας μέσα από την καρδιά της, του είπε:
«Νιώσε πόσο χαίρεται η γη με τα δώρα του ουρανού. Μύρισε τα πανέμορφα αρώματα γύρω σου. Νιώσε το χάδι του αέρα στο πρόσωπο σου. Άκου το τραγούδι της φύσης. Νιώσε πόση αγάπη υπάρχει παντού γύρω σου και πες μου, δεν είναι όλα αυτά μια καλή ευκαιρία για γιορτή; 
Ο χορός μου είναι ένα ευχαριστώ στη ζωή και στο μεγάλο Δημιουργό. Νιώσε την αγάπη παντού γύρω σου κι έλα μαζί μου στο χορό της ζωής».
Και απλώνοντας το χέρι της τον παρέσυρε στο χορό της.  
Η Ομναμάτε ήδη ήξερε πως ο Αχναμούτι είχε τα δύο από τα τέσσερα χαρίσματα. Την καρδιά ενός μικρού παιδιού και το μυαλό ενός σοφού γέροντα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως η Μίρνα είχε τα υπόλοιπα δύο. Την αθωότητα του άσπρου τριαντάφυλλου και τη δίψα για ζωή της πεταλούδας.
Τους πήρε λοιπόν στα φτερά της και ταξιδεύοντας στο χρόνο, τους έφερε στην αίθουσα όπου βρισκόταν το μαγικό δισκοπότηρο. Ήξερε ότι αν είχε διαλέξει σωστά όλα θα κυλούσαν ομαλά και μια καινούρια πορεία ζωής θα χαραζόταν για τους δύο νέους.

Όταν βρέθηκαν εκεί η Μίρνα και ο Αχναμούτι κοιτάχτηκαν για λίγο με απορία στη ματιά. Όμως, ξαφνικά, σε μια στιγμή, όλα άλλαξαν. 
Η ενέργεια του χώρου τους κατέκλυσε και πιασμένοι χέρι με χέρι, προχώρησαν σαν υπνωτισμένοι προς το δισκοπότηρο.
Εκείνο φεγγοβόλησε και αναδύθηκαν λαμπερά χρώματα από τα πετράδια του που γέμισαν το χώρο με μια πανδαισία χρωμάτων. Όμοια τους οι δυο νέοι δεν είχαν ξαναδεί Το κάθε χρώμα γεννούσε και έναν ήχο και όλη η αίθουσα κατακλύστηκε από μια ουράνια μελωδία.
 
Το μαγικό δισκοπότηρο κύλησε στον αέρα και αφού στάθηκε πάνω από τα κεφάλια τους, έλουσε με χρυσό φως τα σώματα τους. Τότε ο Αχναμούτι αγκάλιασε τρυφερά τη Μίρνα και από το δισκοπότηρο ξεχείλισε το τραγούδι της αγάπης. 

Όσο άκουγαν το τραγούδι και αφήνονταν στην αγάπη με ένα μαγικό τρόπο, τα δυο τους κορμιά έλιωναν το ένα μέσα στο άλλο, αλλά ταυτόχρονα, διατηρούσαν και τη μοναδικότητα της οντότητας τους.
Το μαγικό δισκοπότηρο άρχισε να λιώνει κι αυτό μαζί τους. Κι όπως η Ομναμάτε τους κοίταζε από μακριά είδε, πως ο Αχναμούτι έγινε η δεξιά πλευρά του δισκοπότηρου και η Μίρνα η αριστερή. Όταν ολοκληρώθηκε αυτή η διαδικασία η Μίρνα και ο Αχναμούτι ήταν κι οι δυο μαζί, το δισκοπότηρο.
 
Η σοφία μέσα τους έγινε ένα με την αγάπη. Και η αγάπη μέσα τους ένα με την ελευθερία. Τα μυστικά του ιερού δισκοπότηρου ήταν δικά τους. Τώρα πια ήταν έτοιμοι να τα μοιραστούν με όλους τους ανθρώπους προσφέροντας τους την ευκαιρία να ζήσουν τη ζωή τους μέσα στην αφθονία. 
Την αφθονία που έχει να προσφέρει το Σύμπαν και ο Δημιουργός σε όλους μας




Από το βιβλίο
¨ανάμεσα στα όνειρα μ΄ ένα κλαδάκι μυγδαλιάς¨ 
  
παραμύθια για μεγάλους
 Δέσποινα Παλαμάρη